Οι νύμφες  

 

(Για την Φόνισσα του Παπαδιαμάντη…)

ANOIXI 3

Το αναπόδραστο…

Επιθυμούσε να τις διασώσει 

από μία μοίρα κοινή

για όλες ίδια.

     Πετούσε με μανιώδη στοργή

τα άγουρα κορμιά

σε γκρεμούς και πηγάδια.

Καρτερούσε στα τρίστρατα

ακολουθώντας

των μικρών τους ποδιών, μοιραία ίχνη.

Γλιστρούσε σαν γυμνοσάλιαγκας

πίσω απ’ το νέο της θήραμα, βαριανασαίνοντας.

Έσπειρε θάνατο

ή

 χάρισε μία εναλλακτική ζωή;

Τιτλοφορήθηκε «Η Φόνισσα». 

Το μέλλον της

προγαμιαίο συμβόλαιο

το έδωσαν αντιπαροχή

για τρεις γίδες

κι ολίγα γρόσια.

Δεν την έπιασαν ποτέ ζωντανή.

Η ψυχή είχε πεθάνει, νωρίτερα απ’ τη σάρκα.


(Για την Σύλβια Πλαθ)

ANOIXI 4

       Η αβάσταχτη τοξικότητα του σκέφθεσθαι…

Μάνα

σύζυγος

ερωμένη

μανιοκαταθλιπτική.

Προδόθηκε

από τ’ ανέφικτο

των επιλογών της.

Οι οργισμένοι στίχοι

δεν μπόρεσαν

να αμβλύνουν την οδύνη

ενός παρατονισμένου “εγώ”.

Θρηνούσε αναδρομικά η ψυχή

την παιδική της προδιάθεση.

 Οι άντρες, ίχνη στην άμμο

– κι ας τους λάτρεψε –

προσωρινοί επισκέπτες

λέρωναν του πειραγμένου μυαλού

τα δωμάτια

μ’ αμαρτίες

ψέματα

πάθη.

Την αιτία των δεινών τοποθέτησε

στον αυτοσχέδιο θάλαμο αερίων.

Το πνεύμα  της λύγισε

ανήμπορο πια να καλπάσει

παρασύροντας στο κενό και το σώμα.

Φριχτό το τέλος –  πιο φριχτή η ζωή της.

Πλειστηριασμοί

kwnstantinos 10

Έβγαλα το κορμί μου στο σφυρί.

Στείρα η καρδιά που δε  ράγισε

περιγελάει τον ίλιγγο της ευαισθησίας.

 _ _ _    _ _ _    _ _ _

Στη σχολή των κυνικών

ήσουν πάντα το άριστα.

Εσύ και οι φίλοι σου γεννηθήκατε κυρίαρχοι.

 _ _ _   _ _ _    _ _ _

Έρχεσαι πάντα την ώρα που ραγίζω

σαν τα σκυλιά, μυρίζεις το φόβο.

Όσο κι αν δαγκώνομαι,  σ’ αγκαλιάζω.

 _ _ _   _ _ _    _ _ _

Το Φθινόπωρο μου πάει.

Μυρίζουν τα μέλη μου, σαν τα βρεγμένα φύλλα.

Ανάμεσα στα δέντρα αφήσε με, να ωρύομαι.

 _ _ _    _ _ _    _ _ _

Όπως η βροχή, πέφτω πάνω σου διάφανη.

Διαρρέω τα μαλλιά, το στήθος, την εμμονή σου.

Όπως η βροχή, γρήγορα από πάνω σου, θα στεγνώσω.

 _ _ _   _ _ _   _ _ _

Φοβάμαι τις νύχτες, τίποτα δεν κρύβει το σκοτάδι.

Η πίκρα φεγγοβολά, συναγωνίζεται το φεγγάρι.

Εσύ πάντα εδώ.  Εσύ πάντα αλλού.

 _ _ _   _ _ _    _ _ _

Δεν θα πω για τα πρωινά.

Ο καφές μαύρος & πικρός.

Ένα σπουργίτι τιτιβίζει το παλιό μας σινιάλο.

_ _ _   _ _ _    _ _ _

Ξέρω πολλές προσευχές

να επικαλούμαι στα δύσκολα.

Μα την πίστη μου,  όλες τις έχω ξεχάσει!

Η συνομωσία της άρνησης

lila 2

Όταν πληγωθείς πολύ

να εμμένεις.

Τότε κερδίζεις λίγο φως.

Εκεί, στο απόλυτο σκοτάδι.

Δεν έχουν οι ανθρώπινες ψυχές

ασφαλιστικές δικλείδες.

Μια λάθος στροφή αρκεί.

Γίνεται θρύψαλα το τζάμι της λογικής.

Πρόσεχε! Θα κοπείς…

Μην βλέπεις που δεν μιλώ.

 Ξέρω κι εγώ

να σφάζω με το βαμβάκι.

_ _ _      _ _ _    _ _ _

Πώς να πω για των άλλων τις λύπες;

Ποια λέξη ταιριάζει

στης απόγνωσης τον προσηλυτισμό;

Είμαι μικρή, απεριόριστα μικρή

για τη συνωμοσία  της άρνησης

μη υπολογίσιμη.

_ _ _    _ _ _    _ _ _

Που να ψάξω τ’ αντίδοτο στο φαρμάκι

που κυοφορούν οι λαγόνες σου;

Τα χέρια λειψά.

Μια αποτυχημένη άμβλωση το κακό.

Ένα ψυχρό καλοκαίρι

η υποχθόνια θεότητα της εμμονής

το κάρφωσε στο κεφάλι σου.

_ _ _     _ _ _     _ _ _

Για ποια ιδεολογία να κλάψω;

Γι’ αυτήν που στο τέλος οι φίλοι

πουλάνε τους φίλους;

Ή για την άλλη;

Την επωδό της κατανάλωσης.

_ _ _    _ _ _     _ _ _

Είμαι φαιδρή, το γνωρίζω.

Είμαι και ματαιόδοξη.

Πες με αν θες κι αφελή.

Ίσως κάπου-κάπου να φορώ

τη στολή της σπουδαίας.

Είμαι πολλά, μην χάνεις το χρόνο σου.

Όλα τα λάθη μου

δεν φτάνουν χίλιες ζωές

για ν’ απαριθμήσεις.

Μόνο ένα μην πεις.

Πως σε πρόδωσα.

_ _ _      _ _ _     _ _ _

Ημίγυμνοι λουόμενοι είμαστε

στο απόγειο της ανασφάλειας.

Κρύα νερά

παγωμένα κορμιά

κατεψυγμένα ειδύλλια.

Τίποτα δεν αλλάζει

απ’  τη διάβρωση της αρμύρας.

_ _ _    _ _ _    _ _ _

Η αίσθηση του επιπλέειν

δεν διαρκεί πολύ.

Μόλις βγούμε στην ακτή

έρχονται καταπάνω μας

οι νόμοι της βαρύτητας.

Πιο δυνατοί

από κάθε υδάτινο όρκο.

Πιο σκοτεινοί απ’ το θάνατο.

_ _ _    _ _ _     _ _ _

 Είμαι πια πεπεισμένη.

Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν

διαθέτω ένα ευτυχισμένο εγώ.

Κουράστηκα με τις παρηγοριές.

  Συγκαταβατικά χτυπήματα

στην πλάτη

ακριβώς πάνω

απ’ τα πισώπλατα μαχαιρώματα.

_ _ _     _ _ _     _ _ _

Θέλω να μάθω

απ’ την αρχή

να ζω

σαν να μη τρυπήθηκα ποτέ

απ’ τ’ αγκάθι

της ενηλικίωσης.

_ _ _      _ _ _     _ _ _

Γεμάτοι οι δρόμοι

με σήματα απαγόρευσης.

 Γεμάτοι  οι ουρανοί

με κόκκινα φανάρια.

_ _ _    _ _ _    _ _ _

Στην επικίνδυνη διασταύρωση

των αφορισμών

την ευαισθησία μου -ω τι κρίμα!-

δεν  τραυμάτισες θανάσιμα.

kwnstantinos 4

Παραλλαγές χρώματος κυανού

 

ATHINA 2

 

Ι.

Φυλακισμένα στις αυλές εξοχικών κατοικιών

μικροαστικών, ανυπόφορων, γονικά εξουσιαστικών.

Παιδικά χαμόγελα ερμητικά κλειστά.

Οι πολύτιμες αταξίες, δεν περνούν τα σύνορα της αποδοχής.

Τα συρματοπλέγματα του savoir vivre

περιπλέκονται γύρω από μικροσκοπικά κορμιά.

Με τα “μη” και τα “πρόσεχε”  δεν ευδοκιμούν τα άνθη της ξεγνοιασιάς.

Ανησυχούν της άρχουσας τάξεως οι ηθικοφύλακες, για τη νέα γενιά.

Μη τυχόν και ξεφύγει κανείς

απ’ το δίπτυχο πετυχημένος και στυγνός,  επαγγελματίας.

ΙΙ.

Πάλι μόνος. Στου πουθενά τα πελάγη, χρόνια κρυφοπερπατάς.

Μοιάζει η ζωή με κιθάρα.

Ποτέ δεν θα μάθεις, να κουρδίζεις σωστά, τις χορδές.

Στα πιο κυανά απ’ τα βάθη, πάλι μόνος.

Των πιο δικών σου ονείρων, πάλι φονιάς.

ΙΙΙ.

Τέλος εποχής.

Φόρεσες στο σκοτεινό σου σώμα

ένα λευκό, δαντελένιο φουστάνι.

Περιμένεις εκείνον, σαν εσένα τον έχεις πλασμένο

από τότε, που ήσουν ακόμα παιδί.

Φτιαγμένος απ’ άμμο.

Εύθραυστος στην αφή, στο νερό και τη διάρκεια.

ΙV.

Μια τυχαία απόδραση.

Στο πλοίο της γραμμής

φορτώνω φοβίες και τα υλικά μου υπάρχοντα.

Όπου με πάει η θάλασσα. Εκεί θα σωθώ.

Απ’ του εαυτού μου τα παράξενα πρόσημα.

Έλα – αν θέλεις – μαζί.

Όση κι αν είναι η μέσα μου φρίκη

για σένα νομίζω, μπορώ

να ρισκάρω μια επανεκκίνηση.

 

ATHINA 4

Θερισμός …ένα ποίημα σε δέκα «απότομες» στροφές…

 

1η

Πάλι απολογισμοί.

Καλοκαιριών επικήδειοι.

Στις ξεχαρβαλωμένες γραμμές, τρενάκι παιδικό.

Τηλεκατευθυνόμενο, απ’ τις ερινύες του Φθινοπώρου.

Πάλι ορθολογισμοί.

Όση ελευθερία μου χάρισε η θάλασσα

μια επαναλαμβανόμενη θυσία

στο βωμό της κανονικότητας.

Σιωπηλό, εξιλαστήριο θύμα, ο έρωτας.

Ωράρια, διαταγές, προθεσμίες.

Μια θηλιά, άνευ λαιμού.

Της έναστρης αμαρτίας, κάτι βελούδινα βράδια, νοστάλγησα.

2η

Ξέχασα πως αγαπούν.

Αηδιάζω στων επίδοξων εραστών

το μετέωρο άγγιγμα.

Όσα μάτια κι αν καθρέφτισαν το γυμνό κορμί μου

μονάχα εσύ, στ’ αλήθεια το σπάραξες.

3η

Ο χρόνος περνά, είναι αυτό που ξέρει να κάνει.

Όταν γελά ένα παιδί.

Όταν κάποιος, κάπου, σκοτώνεται.

Τα «τώρα» γλιστρούν, συμπαρασύρουν τα «αύριο».

Όλα γίνονται παρελθόν,

δίχως ποτέ να προλάβω – κάτι – ν’ αναβάλλω.

Μόνο η απουσία σου, ξεγελά μ’ ανυπόφορο θράσος

κάθε χρονικό περιθώριο.

Θέλω μπροστά σου, εφ’ όλης της ύλης, να προβώ

στων “εγώ” την αποκαθήλωση.

4η

Ποια είναι; Πως μοιάζει;

Μιλάμε συνέχεια για το κυνήγι της.

Για την ολόχρυση αύρα.

Τη λαχταράμε με πάθος

-θηλυπρεπής εραστής ή ανδρόγυνη ερωμένη –

μόλις την αγγίξεις,  ραγίζει.

Ποια αίσθηση της αναλογεί;

Είναι τρυφερή σαν μητρικό χάδι;

Θυμίζει την έκσταση ενός αμοιβαίου οργασμού;

Έχει γλυκιά γεύση θαρρώ, όπως το ζαχαρωμένο μήλο.

Απ’ το μέτωπο της στάζουν φιλιά.

Ποια είσαι επιτέλους;

Άφησε με, για μια στιγμή

την ουτοπία σου –  ευτυχία – να προσφωνήσω.

Κατ’ ευφημισμόν, όπως διδάχτηκα.

Τα σκοτάδια με φως, ανταλλάσσω.

5η

Είναι η στιγμή να δρέψεις τους καρπούς.

Τόσο κόπιασες, τόσα σ’ αναλογούν.

Εμπρός…μπήξε γερά το δρεπάνι!

Τα χλωρά μαζί με τα σάπια, δίχως διακρίσεις…

Ρήμαξε τα!

Στο τέλος θ’ αποφασίσεις.

Με ποια προτιμάς, να ξεχειμωνιάσεις;

6η

Φρένο. Πάτα λίγο το φρένο.

Μην ανεβάζεις ταχύτητα στις στροφές

αργά ή γρήγορα, θα σε πετάξουν.

Εκτός δρόμου, εκτός ορίων…εκτός…

Δέσε τη ζώνη σου και περιπάτει.

Τότε τυφλός, τώρα τυφλός, πάντα τυφλός.

Ενίοτε χρησιμοποιείς το ένα σου μάτι.

Τότε, όλοι νομίζουν πως είσαι σο-φώς.

Οι απόντες εξαιρούνται.

Για μας είσαι απλά ένας αντικατοπτρισμός, στο γενικότερο μαύρο.

7η

Μη δακρύζεις για τον ήλιο.

Η τοξικότητα του, είναι ζήτημα σχετικόν.

Ανέκαθεν οι άνθρωποι, έπαιρναν προφυλάξεις.

Προς οτιδήποτε φιλικό στην τέρψη του σώματος.

Μη δακρύζεις για μένα.

Η τοξικότητα μου είναι ζήτημα επιλογών.

Ανέκαθεν βάδιζα στο κενό.

Είναι πια πολύ αργά…

Τα πολύτιμα λάθη μου, αδίκως, περιφρονείς.

Καλύτερα να πεθάνω, παρά να προδώσω

έστω και το πιο…

Κάπου εδώ ξέμεινα από χαρακτηρισμούς.

8η

Θα έρθει μια μέρα, που τ’ όνειρο

θα μοιάζει εφικτό.

Ο αριθμός ένα, δεν θα φαίνεται τόσο μικρός.

Θα ισοτιμηθεί με χιλιάδες, εκατομμύρια…με το άπειρο!

Ολόκληρη η γη, μια πύρινη μπάλα.

Θα έρθει μια μέρα, που το «μαζί»

δεν θα ηχεί τόσο παράφωνο.

Θα έρθει μια μέρα, που τα θαύματα

θα συμβαίνουν συχνά

στους δρόμους, τις εκκλησίες, τα σπίτια.

Οι χαρές θα κυλούν όπως το νερό, τόσο αβίαστα.

Θα έρθει μια νύχτα και θα μείνει για πάντα…

9η

Πολλές κουβέντες, λιγοστές αλήθειες.

Βαυκαλιζόμαστε, ανταλλάσσοντας υπερφίαλες  φιλοφρονήσεις.

Καμιά φορά θέλω να ουρλιάξω «συγνώμη»

για όλα τα ψέματα, που στόλισα με σαγήνη.

Ακόμα κι εσύ. Δεν μου άφησες περιθώρια για επεξηγήσεις.

Μ’ ένα «μπράβο» κι ένα «προχωρά» θόλωνα μ’ ευκολία

την πιο αλάνθαστη κρίση.

Σαν αμείλικτο καθρέφτη σε στήνω μπροστά μου.

Κάθε μου κίνηση, μια καταδίκη.

10η   

 Για το τέλος κράτησα την οργή.

Η τελευταία πράξη είναι συνήθως, η πιο επικίνδυνη.

Όσα παλάτια κι αν χτίσω, το πρώτο κύμα

μ’ ευκολία κατεδαφίζει.

Δεν απαρνιέμαι καμία ευθύνη.

Δεν αποδέχομαι ουδεμία κατηγορία.

Ο θερισμός θα με βρει,  να θροΐζω

όπως κάνουν στον αέρα, τα φύλλα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Οι κάθε πρώτες…

Ι. Νέα εκκίνηση. Μετά πάλι τέλος.

Στον φαύλο τοίχο της ύπαρξης, σημειώνω κουκίδες.

Οι μαύρες είναι τα χρόνια που ξόδεψα.

Οι κόκκινες είναι κρυφές – σχηματίζουνε “χι” –

για όλες τις διαγραφές, που ακόμα δεν τόλμησα.

ΙΙ. Έκρυβα τις πληγές, αντί για κραυγές, χαμογελούσα αυτάρεσκα.

Ξυπνούσα νωρίς, ν’ αδράξω το φως της μέρας

τις νύχτες ξαγρυπνούσα γυμνή, σφίγγοντας  υγρά μαξιλάρια.

Σ΄αγάπησα σε μια στιγμή. Κάθε χρόνο σε χάνω.

ΙΙΙ. Από τότε δεν ξανάπια κρασί. Η γεύση του, θυμίζει εσένα.

Η απόχρωση, το φλεγόμενο αίμα μου.

Από τότε δεν ξαναγέλασα, κείτομαι στις σιωπές

παραμιλώντας τα βράδια, όταν όλοι θαρρούν, πως κοιμάμαι.

IV. Δεν αισθάνομαι πια ενοχές, ότι πρόλαβα, πρόλαβα

ότι χάθηκε, πάει.

Δεν περιμένω πια να φανείς, ατενίζοντας ισχνά και γεμάτα φεγγάρια.

Για κάθε μου παρέκκλιση, κατηγορώ των αδαών τη συνάφεια.

Δεν είμαι πια μόνη. Τολμώντας την ήττα, με ξανακέρδισα.

 

 

ΑΡΚΤΙΚΟΛΕΞΑ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΘΕΡΜΑ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑΝ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ, ΠΙΣΤΕΨΑΝ ΣΤΗ ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΔΟΥΛΕΨΑΝ (ΣΚΛΗΡΑ) ΓΙΑ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΕΙ ΤΟ ΤΑΙΝΙΑΚΙ ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΡΑΚOΛΟΥΘΗΣΕΤΕ…ΚΙ ΕΠΕΙΔΗ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ  “ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ”…ΕΣΕΙΣ Θ’ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕΤΕ ΤΑ ΥΠΟΛΟΙΠΑ…

http://vimeo.com/user23746974/patos

vimeo.com

Μέρες Γιορτής

Παρίσι

Διασχίζει τον Σηκουάνα η πλωτή μου υπόσταση.

Τα  ζευγάρια των τουριστών, σιγοντάρουν τη μοναξιά μου.

Γύρω μου ακαταλαβίστικοι κώδικες

καθενός η πατρίδα, καθαρτήριο του Δάντη.

Οι αισθήσεις οξύνονται στα στενά της Μονμάρτης

Διεκδικούν  το πορτραίτο μου, υπαίθριοι ζωγράφοι.

Χορεύω με τα κορίτσια του Τουλούζ Λωτρέκ

στα κακόφημα στέκια του Σατλέ.

Σ’ απόκρυφα πάρκα κάνω πικ-νικ

με κλοσάρ και πρεζάκια.

Το Παρίσι π’ αγάπησα, με διχάζει.

Ευπώλητος

 Φιγουράρεις στα ράφια, ντυμένος ιλουστρασιόν ιστορίες.

Θλιμμένα κορίτσια υποφέρουν για ρομαντικούς καβαλάρηδες.

Υπογράφεις αντίτυπα σε καθωσπρέπει κυρίες, τυλιγμένες σε μουσελίνες.

Ασχολείσαι περισσότερο μ’ αριθμούς και στατιστικές

απ’ ότι με των ηρώων σου τις αγωνίες.

Κάνεις βεγγέρες στων ξένων τα σπίτια

σε ταΐζουν ξεροκόμματα κολακείας.

Είσαι ευπώλητος, σίγουρα.

Ευηπόληπτος, είναι δύσκολο να υπάρξεις.

Μπουζούκια

Ο λαός προστάζει. Το αλκοόλ κυβερνά.

Η νύχτα καλπάζει.

Οι άγνωστοι γίνονται εραστές

καθώς η αοιδός μοστράρει ημίγυμνα κάλλη.

Αστράφτουν ρούχα και φλας.

Τα κορμιά λικνίζονται, δίχως χάδι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ποιήμα στη νιοστή…

Ι. Είσαι περαστικός. Ένας μοιραίος ιδεολόγος.

Στο τέλος θα καταλήξεις δυνάστης.

Με τις όμορφες λέξεις μου, σε στολίζω γαμπρό.

Στο λευκό σου κοστούμι, άγγελος της κολάσεως.

Οι φίλοι με νομίζουν “ανήθικη”

προτιμούσαν την άλλη εκδοχή μου, απαλλαγμένη από χάδια.

Είσαι αστός. Ποιητής της σειράς, ένας δόλιος αγύρτης.

Στο τέλος θα μ’ αρνηθείς, προτού καν με γνωρίσεις.

Είσαι τα νέα μου όρια. Θα σε ξεπεράσω.

ΙΙ. Αν σε δω…θα πω για κείνον.

Δακρύζει για μένα στις πλατείες της Πράγας.

Στα πάρκα του Παρισιού, τους περιπατητές

ρωτάει για μένα. Θα πέθαινε εκείνος, αν το ζητούσα.

Θέλω να σε δω να σφαδάζεις απ’ της ζήλιας τα θραύσματα

υπό τους ήχους μαδριλένιας κιθάρας.

Δεν θα πω για τις μέρες

-πόσο τις φοβάμαι –

όλες οι μπάντες των δρόμων, για μας συζητάνε.

Δεν θα πω για τις νύχτες

– πόσο τις χρειάζομαι –

γιορτάζω τον έρωτα χωρίς εσένα, μόνο μαζί σου.

ΙΙΙ. Μη ρωτήσεις για την κοφτή μου ανάσα.

Για το μουδιασμένο στήθος. Η καρδιά που χτυπά, το τρομάζει.

Μη ζητάς αλήθειες, στερεύει κι όση είχα μαγεία.

Μη μιλάς με λέξεις των ξένων.

Πες κάτι δικό σου. Αφελές, μα οικείο.

ΙV. Τρίβομαι στα σεντόνια, μια εργαζόμενη οδαλίσκη

με μπερδεμένες τις πέντε απ’ τις έξι αισθήσεις.

Λαγνεία, λέγεται αυτό, π’ αυθαίρετα βαφτίζεις “αγάπη”.

Είμαι το θήραμα. Είμαι κι ο θύτης.

Ζηλεύω αυτές που σε μάτωσαν.

Φοβάμαι όσες ποθείς, μα το κρύβεις.

V. ‘Ετσι είναι οι έρωτες. Ανεπαίσθητοι.

Δεν είναι αυτό. Όχι δεν είναι. Κάτι άλλο ζητάω.

Τις νύχτες που κυλιέμαι γυμνή, στη διάφανη λίμνη του πόθου.

Με καταδιώκεις εσύ.

Παγιδευμένη στ’ εβένινο δίχτυ,  σαν την αράχνη

μόλις ζευγαρώσουμε, με κατασπαράζεις.

VI. Μετά έρχονται τα κλισέ δάκρυα των αποχωρισμών.

Οι τίτλοι ιδιοκτησίας, τα ψέματα, οι φθήνιες.

Αρχετυπικές πλάνες της μονογαμικής τυπολατρείας.

Το πρόσωπο με πρόσωπο

τώρα πλάτη με πλάτη.

Υγρή απ’ του κορμιού σου τις λάμψεις

με σημαδεύω στον κρόταφο. Τράβα εσύ τη σκανδάλη.

VII. Ο έρωτας δεν είναι τίποτα άλλο, παρά οσμές.

Ποθούμε τυφλά.

Δινόμαστε ακούσια.

Αγαπάμε φειδωλά.

Ο έρωτας δεν είναι τίποτα άλλο, παρά λύπες.

Ανασαίνουμε δύσκολα.

Κλαίμε βουβά.

Απορούμε εθελούσια.

Ο έρωτας δεν είναι τίποτα άλλο, παρά animi motus.

Φιλιόμαστε κρυφά.

Αγκαλιαζόμαστε ακαριαία.

Χωρίζουμε αποτρόπαια.

VIII. Είναι φορές που τραβάς ένα κλήρο – και ξεκληρίζεσαι.

Ξεχνάς τα παλιά ηλιοβασιλέματα

σαν να ήταν παιχνίδια του νου.

Τόσες υποσχέσεις, τόση φωτιά

σε μια χάρτινη κούτα

μαζί με τα λοιπά απωλεσθέντα αντικείμενα.

Δεν έμεινε τίποτα, να βάλουμε στο κάδρο.

Χθες πέταξες και την τελευταία φωτογραφία.

Μέρες τώρα ξέφτιζε, έτσι όπως την έσφιγγες

στις ιδρωμένες παλάμες σου.

Μια γυναικεία φιγούρα, εξόριστη

απ’ την τσέπη σου, την αγαπημένη.

IX. Πώς να εξηγήσω του έρωτα, το μέγα κακό

ξυπνάει μέσα μου φως – άλλο τόσο σκοτάδι.

Ελάχιστο το παρόν μας, πλήθος οι εμπειρίες.

Δεν ελπίζω σε τίποτα ωραίο

κι ας κρύβω μέσα μου, έναν αρχέγονο ήλιο.

Τόσες ρημαγμένες ζωές, για λίγες στιγμές ουτοπίας.

X.  Με είχες προειδοποιήσει για τα σύννεφα.

Άκουγα μόνο τις στάλες της βροχής

να γλιστρούν στο μέτωπο σου.

Δεν υποσχέθηκες τίποτα. Πίστεψα τη λάμψη στα μάτια σου.

Έθεσες απ’ την αρχή προθεσμίες.

Τον χρόνο ποτέ δεν κατάφερα να βάλω σε τάξη.

Με είχες προειδοποιήσει για το εύρος της καρδιάς σου

τη δική μου – αδύνατον – να καθυποτάξω.

Ποτέ την Αλήθεια…

Ο πλανήτης

Η στείρα γυναίκα

σκοτώνει ότι σημαίνει, ζωή.

Δίκοχα χέρια

το’ να σφάζει αθώους

τ’ άλλο κόβει καρωτίδες εγκύων.

Τα χωράφια με τα χαμομήλια, γλιστρούν

ραντισμένα  στ ‘ αίμα.

Τίποτα δεν θυμίζει λιακάδα.

Η στείρα γυναίκα καθρεφτίζεται

στην επιφάνεια της πιο όμορφης λίμνης.

Γελά χαιρέκακα στον επερχόμενο όλεθρο

τ’ αμφιλεγόμενου πλανήτη.

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Ποτέ την αλήθεια…

Ειδωθήκαμε τυχαία.  Σ’ ένα απ΄τα σπίτια των φίλων.

Μουσικές ρετρό, αλμυρά σνακ

μπογιατισμένες χαρές, πάνω απ’ τα θλιβερά προσωπεία.

Ως συνήθως,  καθόσουν μακριά μου

τυλιγμένος στα πέπλα της μέθης.

Οι κουβέντες σου άνισες,  χωρίς ουσιαστικά, δίχως ρήματα.

Διακεκομμένος ο ειρμός σου, ένεκα οινοποσίας.

Αιωρούνταν μέσα στον καπνό τα νοήματα

ή μετέωρα, μόνο τα συναισθήματα…

Στην  άδεια σκηνή,  πρωταγωνιστές της κοινής μας δειλίας.

Ρώτησες αν πιστεύω στη μοίρα.

Ανυπομονούσα για τ’ αποχαιρετιστήριο φιλί.

Άλλη μια γιορτή, που με πονάει το καληνύχτα.

Δεν θα  μάθεις, ποτέ, την αλήθεια.

_ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _ _

Υπερσυντέλικος διαρκείας

Θαρρώ, πως ζω μαζί σου, το χθες.

Απροσδιόριστα

με θυμώνει η αίσθηση της επίκαιρης απουσίας.

Έχω φυλάξει εικόνες, απ’ τις πρώτες στιγμές.

Δεν είχα προλάβει να σε τρομάξω.

Ποθούσες  επίμονα, αυτά που μετά σ’ απωθούσαν.

Αν απλώσω τα χέρια, δεν θα βρω τα δικά σου.

Αν ζητήσω συγχώρεση, θα δώσεις σιωπή.

Αν χαθώ, θα νομίσεις πως ήμουν από πάντα φευγάτη.